ελβετικοσ σουγιασ
«Η αριστερή αρτηρία πάει κατευθείαν στην καρδιά», μου είπε. Έβγαλε από την τσέπη του τον ελβετικό σουγιά που του είχε χαρίσει ο πατέρας του –το τελευταίο δώρο πριν πάει ένα πρωί για τσιγάρα και δεν γυρίσει ποτέ– και μου χάραξε το εσωτερικό του αριστερού καρπού μου μέχρι που έτρεξε λίγο αίμα. Έκανε το ίδιο με το δικό του καρπό και ενώσαμε τα χέρια μας στις πληγές που ήταν ακόμη ανοιχτές.
«Ορίστε. Τώρα ενώθηκαν τα αίματα μας για πάντα. Είμαστε αδέλφια».
«Αδέλφια», του είπα και χαμογέλασα.
Από το νηπιαγωγείο μαζί καθόμασταν. Αχώριστοι. Κοντοί και οι δύο, αδύνατοι σαν σαμιαμίδια με ξανθά μαλλιά κάναμε πολλούς να νομίζουν πως ήμασταν αληθινά αδέλφια. Αυτό που μας έδενε όμως ήταν ότι μεγαλώναμε και οι δυο χωρίς πατέρα. Πήγαινα τα μεσημέρια στο σπίτι του και βλέπαμε τον Μαγκάιβερ. Θέλαμε και οι δύο να γίνουμε φυσικοί και να του μοιάσουμε. Πολυμήχανοι και ριψοκίνδυνοι. Σκαρώναμε πάντα πλάκες και σκανδαλιές για να δούμε αν θα καταφέρουμε να ξεφύγουμε όπως αυτός με κάποιο τέχνασμα την τελευταία στιγμή.
Με τα χρόνια, εγώ γέμιζα τις ώρες μου με φροντιστήρια για τις Πανελλήνιες και ο Μηνάς με κοπάνες. Άρχισε να κάνει παρέα με τον Ηλία ένα μεγαλύτερό μας που είχε μείνει ήδη δύο χρονιές και είχε γίνει θρύλος στο σχολείο. Ψηλότερος όλων ήταν ο νταής του σχολείου. «Μωρέ, αυτός την βγάζει στου λυκειάρχη πιο πολύ από ότι σε τάξη», έλεγαν και γελούσαν όλοι.
Με τον Μηνά συναντιόμασταν τα σαββατοκύριακα και αυτά μόνο αν δεν είχα πολύ διάβασμα.
«Θα μείνεις από απουσίες», του έλεγα.
«Σκασίλα μου».
«Δεν θες να γίνεις φυσικός πια;»
«Ξέρεις ρε, πόσα πτυχία κάνουν καριέρα σαν σερβιτόροι;» μου απαντούσε.
«Και τι θες να κάνεις;»
«Να μπαρκάρω. Πνίγομαι εδώ».
Τελικά άρχισε τα ταξίδια χωρίς καν να φύγει από τη γειτονιά. Έλεγαν ότι μπλέχτηκε με ναρκωτικά. Ο Ηλίας του έδωσε να δοκιμάσει και μετά του τα προμήθευε. Αυτά μου τα προλάβαινε η μάνα μου που με κοιτούσε ειρωνικά και με ενημέρωνε ανελλιπώς για το “τι κουμάσι ήταν ο κολλητός μου”. Θύμωνα και έβγαινα να τον βρω χωρίς να του πω κουβέντα για τα κουτσομπολιά.
Έλιωνε η κυρα-Ντίνα από το κλάμα. Έχασε τον άντρα της και έβλεπε να χάνει μέρα με την μέρα και το γιο της.
«Μίλα του, Γιώργο. Εσένα θα σ’ ακούσει. Από παιδιά μαζί μεγαλώσατε σαν αδέρφια», έλεγε και με κοιτούσε ικετευτικά.
Του μίλησα. Στην αρχή το αρνιόταν. Μετά μου είπε ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. Θα προσπαθήσει να ξεφύγει… Δεν άκουγα τι έλεγε αλλά κοιτούσα τα μάτια του που απέφευγαν συστηματικά να με κοιτάξουν. Έτρεμε και μπέρδευε τα λόγια του. Μιλούσα σε έναv εξαρτημένο, ήμουν σίγουρος πια. Χανόταν με τις μέρες από το σπίτι του μερικές φορές. Τότε ήταν που η μάνα του μού τηλεφωνούσε με φωνή γεμάτη αγωνία:
«Γιώργο πήγαινε βρες τον σε παρακαλώ. Φέρ’ τον σπίτι».
Ήξερα που θα τον βρω. Παρατούσα τα πάντα και πήγαινα στο κέντρο της πόλης, στα στέκια των τοξικομανών. Τον έπαιρνα πρώτα σπίτι μου, σ’ ένα μικρό δυάρι που είχα νοικιάσει για να είμαι κοντά στη σχολή. Είχα περάσει στο Φυσικό Αθηνών – ετοιμαζόμουν μάλλον να κάνω καριέρα στο κουβάλημα δίσκου σκεφτόμουν και χαμογελούσα μόνος μου όταν θυμόμουν τα λόγια του. Εκεί συνερχόταν και μετά πήγαινε στο σπίτι του. «Θα ξεκόψω», μου έλεγε κάθε φορά. Το κακό είναι ότι την τελευταία φορά πραγματικά τον πίστεψα. Ήταν η μοναδική φορά που ορκίστηκε στη μάνα του.
Μου τηλεφώνησε η κυρα-Ντίνα και πήγα στην πλατεία Ομονοίας για να τον βρω. Ήταν σούρουπο και ο ήλιος έριχνε επιλεκτικά τις ηλιαχτίδες του σε λίγους τοίχους πολυκατοικιών ενώ αλλού άρχιζε ήδη να βασιλεύει το σκοτάδι. Άτομα που κοιτούσαν με αγωνία πώς θα εξασφαλίσουν τη δόση τους, βρωμιά, χαμένα βλέμματα. Σε μια γωνιά είδα τον Ηλία. Μόλις με κατάλαβε κάρφωσε τη ματιά του πάνω μου. Δεν είχε αλλάξει πολύ από το σχολείο. Φορούσε ακριβά ρούχα που έρχονταν σε αντίθεση με την παρέα που τον περιέβαλλε. Προμήθευε τη δόση σε κάποια πρεζάκια. Δεν μιλήσαμε. Προσπέρασα. Έπρεπε να βρω τον Μηνά. Μετά από μια ώρα τον βρήκα παρέα με άλλους δύο σε ένα κλειστό μαγαζί που είχε γίνει πια το στέκι τους. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Τον πήρα σπίτι μου για να συνέρθει.
Ήμουν δίπλα του όταν άρχισε να έχει στερητικό σύνδρομο. Στο δωμάτιο σκοτάδι με μόνο τον υπολογιστή που έπαιζε παλιά επεισόδια του Μαγκάιβερ που είχα κατεβάσει από το ίντερνετ.
«Κρυώνω», μου είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν και έτρεμε. Έφερα κουβέρτες και τον σκέπασα. Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ για να τον προσέχω.
Έφυγε μετά από τρεις μέρες. Πήγα να αγοράσω ψωμί και γυρνώντας δεν ήταν εκεί. Στο κομοδίνο είχε αφήσει τον ελβετικό σουγιά του. Τα’ χασα. Ποτέ δεν τον αποχωριζόταν.
Δύο μέρες μετά μου τηλεφώνησε πάλι η μάνα του. Ακουγόταν κουρασμένη. Παραδομένη. Ντύθηκα με ότι βρήκα μπροστά μου και βγήκα στο δρόμο πανικόβλητος. Ο ήλιος είχε χαθεί πίσω από γκρι σύννεφα. Σταμάτησα το πρώτο ταξί που βρήκα και σωριάστηκα στο πίσω κάθισμα.
«Για πού;» με ρώτησε ο οδηγός κοιτώντας με από το καθρεφτάκι.
«Στο Γεννηματά».
«Έχεις δικό σου μέσα;»
«Ναι, τον αδελφό μου».
«Βαριά;»
«Δεν… δεν ξέρω ακόμα», είπα και ξεροκατάπια.
«Περαστικά του». Δεν ξαναμιλήσαμε μέχρι που έφτασα.
Βρήκα την κυρα-Ντίνα στο προαύλιο, ακουμπισμένη σε ένα τοίχο να κοιτάζει στο κενό. Βυθισμένη στις σκέψεις της δεν με κατάλαβε καν όταν πλησίασα. Στην αρχή με κοίταξε ανέκφραστα με μάτια που δεν με αναγνώριζαν. Μετά με έκλεισε στην αγκαλιά της και ξέσπασε σε δάκρυα. Όλος ο φόβος, η απελπισία λες και ξεχύθηκαν μόλις με είδε. Ήξερε ότι την καταλάβαινα. Δεν χρειαζόταν να παριστάνει την δυνατή μπροστά μου. Στηρίχτηκε στο μπράτσο μου και με το άλλο χέρι προσπάθησε να στεγνώσει τα κόκκινα πια μάτια της από τα δάκρυα.
«Πάμε. Πρέπει να μάθω», μου είπε και βρεθήκαμε να περπατάμε προς την υποδοχή του νοσοκομείου. Μέσα η ατμόσφαιρα μύριζε απολυμαντικό. Γέροι να περιμένουν στωικά στην σειρά, μωρά να κλαίνε στις αγκαλιές των μανάδων τους.
«Μηνάς Γκίκας;» ρώτησα τη νοσοκόμα πίσω από το γκισέ.
Κοίταξε πρώτα τα χαρτιά της, μετά εμένα, μετά πάλι τα χαρτιά της.
«Στο υπόγειο. Πάρτε το ασανσέρ αριστερά. Ο επόμενος;»
Μια ταμπέλα έγραφε ΝΕΚΡΟΤΟΜΕΙΟ. Ανατρίχιασα. Κατευθυνθήκαμε στο γκισέ. Έδωσα το όνομά του. Ένας αστυνομικός εμφανίστηκε με πολιτικά μαζί με ένα νοσοκόμο. Η κυρα-Ντίνα κοντοστάθηκε.
«Δεν θα αντέξω αν…». Σκέπασε το στόμα της με το χέρι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Την άφησα σε μια καρέκλα και συνέχισα. Ήταν σαν να είχα βγει από το σώμα μου και να με παρακολουθούσα από ψηλά. Απλός θεατής. Ένοιωθα μουδιασμένος.
Πήγαμε σε ένα λευκό δωμάτιο. Ο ιατροδικαστής που μας περίμενε εκεί μου έδειξε ένα πτώμα με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά. Μου ‘ρθε να κάνω εμετό.
«Τα ποντίκια τον βρήκαν πριν από τους υπάλληλους καθαριότητος το πρωί. Αναγνωρίζεις κάτι πάνω του; Είχε ταυτότητα στο μπουφάν αλλά μπορεί να ήταν κλεμμένο», είπε ο αστυνομικός.
Ανάσανα βαθιά. Ένιωθα να μου παίρνουν τον αέρα από το δωμάτιο. «Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε», σκέφτηκα. Πήγα να φύγω μέχρι που η ματιά μου έπεσε σε μια μικρή ουλή στον αριστερό του καρπό. Κοίταξα μια παρόμοια στο δικό μου.
Δεν θυμάμαι τι χαρτιά υπόγραψα και τα διαδικαστικά αφού τα έκανα όλα μηχανικά. Ήθελα να τρέξω μακριά. Να κλάψω. Να μείνω μόνος να ξεσπάσω. Βρήκα την κυρα-Ντίνα να με περιμένει όρθια εκεί που την άφησα. Μόλις με είδε κατάλαβε. Λιποθύμησε.
«Ευτυχώς που βρισκόμαστε σε νοσοκομείο», σκέφτηκα. Ήρθαν γιατροί. Την συνέφεραν και την εξέτασαν. Κάλεσα ταξί και την πήγα σπίτι. Περίμενε ήδη μια ξαδέρφη της εκεί. Της δώσαμε ένα ηρεμιστικό και τη βάλαμε να κοιμηθεί. Πριν φύγω της υποσχέθηκα θα πήγαινα την επόμενη να κανονίσουμε για την κηδεία. Έπρεπε να φύγω. Πνιγόμουν.
Βγήκα στο δρόμο πεζός. Ο κόσμος περπατούσε και φαινόταν σαν τίποτα να μην είχε αλλάξει. Είχε αλλάξει όμως. Μια αρρωστιάρα βροχή άρχισε να πέφτει και να ξεπλένει τη βρωμιά από τα πεζοδρόμια. Το βήμα όλων ήταν πιο ταχύ τώρα. Έψαξα στην τσέπη μου μηχανικά για τα τσιγάρα. Έπιασα κάτι μεταλλικό. Ήταν ο ελβετικός σουγιάς του Μηνά.
«Η πόλη χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια βροχή για να καθαρίσει», σκέφτηκα και πήρα το δρόμο για την πλατεία Ομονοίας. Με λίγη τύχη θα πετύχαινα εκεί τον Ηλία…
(Σημείωση: Έλαβε το Β΄ έπαινο στον Γ΄ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό των Βιβλιόφιλων Έδεσσας και συμπεριλήφθηκε στη συλλογική έκδοση “Τα κείμενα ΙΙΙ”)
Αλεξανδρα κλιαφα
© 2021- 2026 alexandrakliafa.gr – Με επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος
Αλεξανδρα κλιαφα
© 2021- 2026 alexandrakliafa.gr – Με επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος
