Το μαντηλι
Ο Λάμπης είδε τον κυρ-Γιάννη φορτωμένο στο καρότσι. Τα χέρια του κρέμονταν και σέρνονταν στο χώμα χαράζοντας δυο αυλάκια. Ο Μένιος δεν έδειχνε να δίνει σημασία. Ήταν ο τρίτος «τουμπανισμένος» που κουβαλούσε από το πρωί στο νεκροταφείο του χωριού.
Ο Λάμπης έσφιξε το δέμα που είχε στην τσέπη του και τάχυνε το βήμα. Το στομάχι του γουργούρισε αλλά έκανε πως δεν το κατάλαβε. Χαιρέτησε την κυρα-Καλλιόπη που είχε ζωθεί το κοφίνι για τα ξύλα. Θα έβγαινε έξω από το χωριό για να μαζέψει κρυφά χόρτα που θα τα έβραζε με θαλασσινό νερό. Αν σε αυτό κάποιος πρόσθετε και καμιά κουταλιά λάδι, τη γλίτωνε. Αν όχι, είχε την τύχη του κυρ-Γιάννη.
«Μη βγεις σήμερα στην εξοχή. Έχουν αφηνιάσει», της είπε.
Η γυναίκα κοντοστάθηκε.
«Τι έγινε;»
«Το πρωί σκοτώθηκαν τρεις δικοί μας και έξι Γερμανοί», της είπε χαμηλόφωνα και κοίταξε τριγύρω μην τυχόν και τους άκουγε κανείς. Η κυρα-Καλλιόπη έτρεξε να κλειστεί στο σπίτι της περιμένοντας τα χειρότερα.
Ο Λάμπης την προσπέρασε και μπήκε στην αυλή της Τσαμπίκας. Βρήκε τη χήρα να κόβει κορόμηλα από το δέντρο και ας ήταν ακόμη άγουρα. Γύρω της τα πέντε παιδιά της, έπαιρναν κι έτρωγαν για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Γνώριζε ότι αν περίμενε να ωριμάσουν δεν θα προλάβαινε να τους δώσει κανένα. Είχε τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Το μεγαλύτερο, ο Μηνάς, είχε πετάξει μπόι τον τελευταίο χρόνο, λες και το κορμί του περιφρονούσε την πείνα και την Κατοχή. Μόλις τον είδε, τα άφησε και τον πλησίασε για να τον χαιρετήσει.
Μπήκαν στην κουζίνα κι εκεί ο Λάμπης έβγαλε από την τσέπη του το δέμα. Ήταν ένα καθαρό μαντήλι, φθαρμένο στις άκρες. Το άνοιξε κι έβγαλε δυο μπισκότα: το μερτικό του απ’ τη βοήθεια των Άγγλων στη Ρόδο. Τα έσπρωξε προς την Τσαμπίκα. Εκείνη τα πήρε και στη θέση τους έβαλε μερικά από τα κορόμηλα που είχε στην ποδιά της. Ο Λάμπης έκανε να αρνηθεί, αλλά τον έκοψε.
«Παρ’ τα, δεν έγιναν αλλά με λίγο αλάτι τρώγονται», του είπε.
Ο Λάμπης καθάρισε το λαιμό του και της είπε:
«Διώξε τον Μηνά. Έφαγαν έξι από δαύτους το ξημέρωμα και θα ζητήσουν αντίποινα».
«Μα είναι παιδί. Δεκατριών χρονών».
«Ψήλωσε. Μπορεί να τον λογαριάσουν για άντρα. Ξέρεις ότι χτυπάνε εκεί που πονάει».
Η Τσαμπίκα ένευσε. Έβαλε το χέρι της μπροστά στο στόμα. Άρχισε να σκέφτεται πού θα έστελνε το Μηνά. Μακριά από τον Αρχάγγελο, στην αδερφή της θα ήταν ασφαλής. Αλλά να που είχε τρία παιδιά κι άντρα κατάκοιτο από σφαίρα. Πώς θα ζούσε τόσα στόματα; Όχι, θα τον έστελνε στους αντάρτες. Είχε τον ξάδερφό της εκεί. Αυτός θα τον πρόσεχε. Έπρεπε μόνο να προλάβει να ειδοποιήσει τη θεία της. Για μια στιγμή δίστασε. Έπειτα, πήρε το ένα από τα δυο μπισκότα το έβαλε σε ένα δικό της μαντήλι και το έκρυψε στον κόρφο της. Φώναξε τα δυο μικρότερα παιδιά της, ήταν δίδυμα κορίτσια και τα πόδια τους θύμιζαν κλαράκια ενώ οι κοιλιές τους είχαν πρηστεί από την πείνα. Έσπασε στη μέση το άλλο μπισκότο και τους το έδωσε. Έδεσε τη μαντήλα της κι ετοιμάστηκε να βγει. Κοντοστάθηκε.
«Κι εσύ;» τον ρώτησε.
«Είμαι γιατρός. Μ’ έχουν ανάγκη. Ακόμα…» πρόσθεσε μ’ εκείνο το στραβό χαμόγελο που η λάμψη του δεν έφτασε ποτέ στα μάτια.
Η Τσαμπίκα τον άφησε κι έφυγε να βρει τη θεία της. Δεν πρόλαβε να πάει δυο τετράγωνα κι ήχησε η σειρήνα. Τάχυνε το βήμα της. Προσπάθησε να γυρίσει στο σπίτι για να βρει τα παιδιά αλλά ένας Γερμανός στρατιώτης της έκοψε το δρόμο. Βρέθηκε να τη σπρώχνει το πλήθος και τελικά βρέθηκε στην πλατεία του χωριού. Εκεί στάθηκε μπροστά σε έξι σκαμμένους τάφους. Κοίταξε τριγύρω στο συγκεντρωμένο πλήθος. Διέκρινε τον Λάμπη και γύρω του τα παιδιά της. Έτρεξε προς το μέρος τους. Τα μικρότερα είχαν αρχίσει να κλαίνε. Μόλις την είδαν πιάστηκαν από την ποδιά της. Τα αγκάλιασε και τους έκανε νόημα να μείνουν ήσυχα.
Ο Γερμανός λοχαγός άρχισε να μιλάει. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Ο γραμματέας του, ένας δοσίλογος, μετέφρασε:
«Σήμερα, την πέμπτη πρωινή, έξι Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε ενέδρα. Για κάθε Γερμανό στρατιώτη που θα θαφτεί, θα τον ακολουθήσει κι ένας ζωντανός Έλληνας άντρας».
Μόλις σταμάτησε να μιλάει, ο λοχαγός άρχισε να διαλέγει άντρες. Κλάματα και θρήνοι ακούστηκαν. Κάποια στιγμή σταμάτησε μπροστά από την Τσαμπίκα. Εκείνη κράτησε την ανάσα της. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά. Ο λοχαγός κοίταξε μια το Λάμπη και μια το Μηνά. Έδειξε το Μηνά. Ένας στρατιώτης πήγε να τραβήξει το νέο αλλά ο Λάμπης με την Τσαμπίκα δεν τον άφησαν. Ο στρατιώτης την έσπρωξε και την έριξε κάτω. Ο Λάμπης έτρεξε στο λοχαγό. Κάτι του είπε κι εκείνος έδωσε διαταγή να αφήσουν το Μηνά. Η Τσαμπίκα σηκώθηκε και τον αγκάλιασε μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της. Έκλαιγε με αναφιλητά. Μόλις ηρέμησε γύρισε να δει το Λάμπη. Δεν ήταν δίπλα της. Τον είδε στην ομάδα με τους έξι που θα έθαβαν. Έτρεξε προς το μέρος του αλλά ένας στρατιώτης την εμπόδισε.
«Φύγε!» τη διέταξε ο Λάμπης. Τα χείλη του έτρεμαν.
«Παρ’ την από δω», τον άκουσε να λέει. Δεν ήξερε πού, γιατί τα μάτια της είχαν θολώσει από το κλάμα. Ένιωσε να της βάζουν κάτι στο χέρι και να την τραβούν. Κάπου εκεί λιποθύμησε. Πολύ αργότερα είδε ότι κρατούσε το φθαρμένο μαντήλι του Λάμπη.
Αλεξανδρα κλιαφα
© 2021 – 2026 alexandrakliafa.gr – Με επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος
Αλεξανδρα κλιαφα
© 2021 – 2026 alexandrakliafa.gr – Με επιφύλαξη παντός νόμιμου δικαιώματος
